Αντίσταση κατά της Αρχής

Μπερδεύτηκα μ’ αυτό το βαρύτατο έγκλημα που διέπραξε (σύμφωνα με το κατηγορητήριο των Αρχών) ο Αυγουστίνος. Και μπερδεύτηκα περισσότερο με την απόφαση του Δικαστηρίου, που τον απάλλαξε μεν απ’ αυτή την κατηγορία, αλλά… «λόγω αμφιβολιών». Πράγμα που σημαίνει, αν καταλαβαίνω καλά, ότι οι δικαστές δεν ήταν βέβαιοι αν διέπραξε ή δεν διέπραξε αυτό το έγκλημα στην «υπόθεση της ζαρντινιέρας». Κι αν δεν είναι βέβαιοι, σε «αθωώνουν» λόγω των αμφιβολιών τους. In dubio pro reo («εν αμφιβολία [των δικαστών], απαλλάσσεται ο κατηγορούμενος»), λένε οι νομικοί, όπως διάβασα. Επειδή, όμως, είμαι άσχετος μ’ αυτή την επιστήμη (;), είπα να το ψάξω λίγο περισσότερο, μπας και καταλάβω τίποτε και ξεφύγω απ’ το μπέρδεμα. Κι επειδή δεν διέθετα την απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που αμφέβαλε ούτε τα πρακτικά της δίκης του Αυγουστίνου, προσέφυγα στο ποινικό δίκαιο και σε ό,τι είχε δημοσιευτεί μέχρι τότε σχετικά με την υπόθεση.
«Όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (ήτοι από 1 έως 5 χρόνια)», αναφέρεται σε διάφορα νομικά κείμενα, για το έγκλημα της «αντίστασης κατά των Αρχών». Κι αυτό σημαίνει ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση της «ζαρντινιέρας» ο Αυγουστίνος Δημητρίου είχε (σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο) μεταχειριστεί βία κατά των αστυνομικών, όπως, άλλωστε, τον είδαμε όλοι σ’ εκείνο το περίφημο βίντεο που το βρίσκει κανείς εύκολα στο YouTube, αν φυσικά διατηρεί αμφιβολίες για την βία που άσκησε ο Αυγουστίνος κατά των οργάνων του Νόμου.
Ανάμεσα στ’ άλλα νομικά κείμενα διάβασα και την μαρτυρία ενός αρχιφύλακα για τα γεγονότα που συνέβησαν εκείνο το βράδυ της «ζαρντινιέρας», δηλαδή στις 16 Νοεμβρίου 2006. Μια κατάθεση που έχει μεγάλο ενδιαφέρον και γι’ αυτό παραθέτω ορισμένα αποσπάσματά της, ώστε να τα έχουν υπόψη κάποιοι αφελείς που νομίζουν ότι αγωνίζονται μόνοι τους κατά των οργάνων της αστυνομίας, τη στιγμή που τα όργανα της αστυνομίας αγωνίζονται πλάι τους κι ανάμεσά τους, ντυμένοι σαν επαναστάτες.
«Ως εκτελούντες, εμείς και πολλοί άλλοι συνάδελφοί μου, καθήκοντα ασφαλείας στη συγκεκριμένη εκδήλωση και στο συγκεκριμένο χώρο και προκειμένου να μπορούμε να φέρουμε σε πέρας, με τον προσφιλέστερο τρόπο τις διαταγές των ανωτέρων μας, φορούσαμε πολιτική περιβολή και ήμασταν ενδεδυμένοι με τέτοιον τρόπο, ώστε να προσομοιάζουμε κατά το δυνατόν με αυτούς που θα διατασσόμασταν να συλλάβουμε και βεβαίως να μην τραβάμε την προσοχή. (…) Μας είχε απαγορευθεί ρητά να οπλοφορούμε, μας είχε απαγορευθεί ρητά να φέρουμε επάνω μας οποιοδήποτε αποδεικτικό της ιδιότητάς μας έγγραφο (ταυτότητα, κ.λπ) και τέλος μας είχε απαγορευθεί ρητά να φέρουμε μαζί μας οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να αποδείξει με έμμεσο τρόπο την ιδιότητά μας ως αστυνομικών, π.χ. χειροπέδες, γκλομπ, ούτως ώστε να μπορούμε πιο εύκολα να συμμειγνυόμαστε με τις διάφορες ομάδες των ταραξιών χωρίς να αποδεικνύεται η ιδιότητά μας και έτσι να διατρέχουμε λιγότερο προσωπικό κίνδυνο σε περίπτωση που αποκοπτόμασταν από την ομάδα μας και πέφταμε για κάποιο λόγο στα χέρια των διαφόρων ταραξιών, κουκουλοφόρων, κ.λπ. (…) Όταν ένα άτομο δεν θέλει ή αρνείται να συλληφθεί και για αυτό το λόγο προσπαθεί να ξεφύγει, μπορεί να ακινητοποιηθεί και να συλληφθεί μόνο με τη χρήση βίας και με κανέναν άλλο τρόπο. (…) Βεβαίως ο Αυγουστίνος Δημητρίου φάνηκε ότι ξυλοκοπήθηκε αγρίως. Βεβαίως τον πήραν τα αίματα. Αυτό άλλωστε είναι αναμφισβήτητο από το υλικό αυτής της υποθέσεως. Μήπως όμως θυμάται κανένας από εμάς την ποσότητα αίματος που εξήρχετο από τη μύτη μας όταν για κάποιο λόγο στην παιδική μας ηλικία αιμορραγούσε αυτή; Είναι αποδεδειγμένο επίσης ότι έσπασε η μύτη του Δημητρίου κατά τη στιγμή που αυτός έχασε την ισορροπία του και συμπαρέσυρε με την πτώση του και τους δύο συναδέλφους που προσπαθούσαν να τον ακινητοποιήσουν. (…) Βεβαίως βλέποντας τα βίντεο των διαφόρων τηλεοπτικών σταθμών αναδύεται μια υπέρμετρη αγριότητα από την όλη αυτή φάση στην προσπάθειά μας να ακινητοποιήσουμε τον Αυγ. Δημητρίου, αλλά εάν παρακολουθήσει κανείς καρέ-καρέ τη ροή των γεγονότων, θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι, όπως παρουσιάζονται.» (βλ. και «ΙΟΣ», ΤΟ ΘΥΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΑΣ ΣΤΟ ΕΔΩΛΙΟ, Ελευθεροτυπία 11.4.2010)
Προφανώς ο αρχιφύλακας έχει δίκιο γι’ αυτό που υποστηρίζει στο τέλος που έχω υπογραμμίσει («τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως παρουσιάζονται»), αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω τις αμφιβολίες του δικαστηρίου. Και, δεδομένης μιας τέτοιας απόφασης, είμαι βέβαιος ότι το δικαστήριο θα παρακολούθησε «καρέ καρέ τη ροή των γεγονότων». (Ίσως οι αμφιβολίες αυτές βοηθήσουν το δικαστήριο που θα δικάσει σε δεύτερο βαθμό τους αστυνομικούς της «ζαρντινιέρας» να απαλλαγούν κι εκείνοι «λόγω αμφιβολιών».)
Η υπόθεση αυτή του Αυγουστίνου μού θύμισε μια άλλη παλαιότερη, την υπόθεση της Αντωνάκαινας του Γυθείου και κάποιων φασισταριών που δρουν ακόμα εκεί. Την αφηγείται κι αυτή (μια άλλη την παρέθεσα σε προηγούμενη ανάρτηση) ο επίτιμος εισαγγελέας Εφετών Παύλος Δελαπόρτας στα απομνημονεύματά του («Το σημειωματάριο ενός Πιλάτου», εκδόσεις Θεμέλιο, γ΄ έκδοση, σελ. 127-130).
«Στην εθνοφυλακή Γυθείου υπηρετούσε ένας ανθυπασπιστής, λεπτός, λεβέντης, επάνω στα καλά του νιάτα. Ήταν και άφθαστος χορευτής στους ελληνικούς χορούς, πετούσε στον αέρα και τον καμαρώναμε όλοι [!] για τη σβελτάδα του και τη χορευτική του ικανότητα στις συγκεντρώσεις που εγίνοντο στη στρατιωτική λέσχη [δεν ξέρω γιατί ο ανθυπασπιστής μού θυμίζει τον Κασιδιάρη, αν και ο συμπαθής νεοναζιστής χορευτής φλερτάρει με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη ― περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Παρακάτω, όμως θα δείτε κι άλλες ομοιότητες]. (…) Στο κέντρο του Γυθείου στην παραλία, βρισκόταν ένα μικρό μαγαζάκι ειδών χαρτοπωλείου, που ήταν συγχρόνως και πρακτορείο εφημερίδων. Το μαγαζάκι το διατηρούσε μια μικροκαμωμένη γυναικούλα κάποιου Αντωνάκου, που ήταν ταχυδρομικός διανομέας. Η οικογένεια ήταν πολύτεκνη κι είχε να θρέψει πολλά μικρά παιδιά.(…) “Ριζοσπάστης” στο Γύθειο δεν κυκλοφορούσε καθόλου. Ακούστηκε πως πολύ λίγα φύλλα “Ριζοσπάστη” που έπαιρναν μερικοί “θεριακλήδες” έφταναν στους αναγνώστες τους κρυμμένα μέσα στη βρακοζώνα της Αντωνάκαινας που τα πήγαινε στα σπίτια τους.
» Ίσως γι’ αυτή την κυκλοφορία του “Ριζοσπάστη” και γιατί η Αντωνάκαινα, σαν γυναίκα του διανομέα Αντωνάκου που ήταν ή εθεωρείτο αριστερός, έπρεπε κι εκείνη να είναι αριστερή, ο παραπάνω ανθυπασπιστής αποφάσισε να της δώσει ένα μικρό μάθημα. Ένα απόγευμα, περνώντας, άρπαξε από τα μαλλιά την Αντωνάκαινα και την έσυρε έξω από το μαγαζί της στον παραλιακό δρόμο, όπου κρατώντας την από τα μαλλιά άρχισε να την στριφογυρίζει προσπαθώντας, καθώς ήταν λεπτή κι ανάλαφρη, να την σηκώσει στον αέρα σαν λάσο. [Αυτή η φιγούρα είναι μια αγαπημένη πρακτική των απανταχού της γης φασισταριών, νεοναζισταριών και παντός είδους κοπρόσκυλων, ιδιαιτέρως των χορευτών του κτηνώδους είδους τους, ονόματα δε λέμε.] Καθώς την εστριφογύριζε η γυναίκα έκανε από ένστικτο χειρονομίες για να κρατηθεί από κάπου [θυμηθείτε τις ενστικτώδεις κινήσεις του Αυγουστίνου να προφυλαχτεί], και σε μια στιγμή αρπάχτηκε από την επωμίδα του ανθυπασπιστή, που ξηλώθηκε με το τράβηγμα. [Στην υπόθεση του Αυγουστίνου υπήρχε κι άλλη μια κατηγορία, για την οποία απαλλάχτηκε και πάλι λόγω αμφιβολιών, η «φθορά ξένης ιδιοκτησίας», αλλά δεν μπόρεσα να βρω τι κατηγορήθηκε συγκεκριμένα πως κατέστρεψε.] Ίσως εκεί που την ανέμιζε να έπεσε και το πηλίκιό του. Κάποτε όταν ετελείωσε ο ανθυπασπιστής τη διασκέδασή του την παράτησε. Αυτή τη σκηνή την είδαν πολλοί κι έτσι την έμαθα από αρκετούς. Η γυναίκα, όπως ήτανε επόμενο, όσο κι αν ξεριζώθηκαν και έμειναν τα μισά μαλλιά της στα χέρια του ανθυπασπιστή, κατάπιε το δίκιο της και το φαρμάκι της και δεν ετόλμησε να υποβάλει καμία μήνυση εναντίον του ανθυπασπιστή, φοβούμενη και τα χειρότερα. (…) Ο ανθυπασπιστής όμως που ήθελε να βγει κι από πάνω έκανε μήνυση εναντίον της πως… του επετέθη κι εβιαιοπράγησε επάνω του, πως του ξήλωσε την επωμίδα και τα γαλόνια, πως του στραπατσάρισε το πηλίκιο και δε θυμάμαι τι άλλα.
»(…) Όταν μου δόθηκε από τον Πρόεδρο ο λόγος για να προτείνω επί της υποθέσεως να κηρυχθεί ένοχη ή όχι η Αντωνάκαινα, ξέροντας από πριν ποια ήταν η αλήθεια, όπως άλλωστε την είπε και η κατηγορουμένη στην απολογία της, αλλά εκτιμώντας και τη φανερή πραγματικότητα, επρότεινα στον Πρόεδρο με βάση την ελευθέρα εκτίμηση των αποδείξεων, να μη δώσει καμία πίστη σε κανέναν μάρτυρα και να κηρύξει αθώα την κατηγορουμένη.  (…) Ο Πρόεδρος ήταν ένας ανθρωπούλης και πού ν’ ακολουθήσει τέτοια πρόταση; Πίστεψε [!] πως το παραμύθι ήταν αληθινό, κήρυξε ένοχη την Αντωνάκαινα και την καταδίκασε σε φυλάκιση 25 ημερών.
»(…) Μακάρι να σταματούσαν εδώ τα βάσανά της, στο ξεμάλλιασμά της από τον ανθυπασπιστή και την άδικη τιμωρία των 25 ημερών. Παρά που τον επόμενο χρόνο, σε μια “εκκαθαριστική” επιχείρηση που έκαμαν παρακρατικοί στις φυλακές και στο Γύθειο [για να «καθαρίσουν» τους δεκάδες αριστερούς πολιτικούς κρατούμενους που είχε εγκλείσει στις φυλακές αυτές το καθεστώς], σκοτώνοντας 43 ανθρώπους, σκότωσαν και τον ταχυδρομικό διανομέα τον άντρα της. Και μετά ένα μήνα, μπήκε ένας μέσα στο σπίτι της (…) και την σκότωσε και την ίδια. Μείναν πεντάρφανα και μονάχα, στο έλεος του Θεού, ένα κοπάδι παιδιά τους. Το μεγαλύτερο μόλις 10 χρονών!»
Υπάρχει κι άλλη μια έννοια της «αντίστασης», αυτή που προβλέπει το άρθρο 120 παρ.4 του Συντάγματος. Εδώ, μάλιστα, προβλέπεται ότι οι Έλληνες πολίτες «δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο [επομένως και βίαια, με τα όπλα κλπ.] εναντίον  οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει [το Σύνταγμα] με τη βία». Κάποιοι ισχυρίζονται μετ’ επιτάσεως ότι το Σύνταγμα έχει καταλυθεί εδώ και καιρό, ότι οι κυβερνήσεις της άρχουσας τάξης το έχουν καταστήσει κουρελόχαρτο, ότι έχουν καταπατηθεί και εξοντωθεί τα συνταγματικά μας δικαιώματα, κι ότι πρέπει [«υποχρεούμαστε»] τελικά  να ασκήσουμε το δικαίωμα αντίστασης που μας παρέχει το Σύνταγμα ενάντια στις πολιτικές και στα μέτρα της εξαθλίωσης που επιβάλλονται με φασιστικό και βίαιο τρόπο από τις συγκυβερνήσεις μας και τις τρόικές τους. Αν συμβεί αυτό, λένε, τότε θα εξαφανιστεί (δεν θα έχει λόγο ύπαρξης) και το έγκλημα της «αντίστασης κατά των Αρχών». Για το τελευταίο διατηρώ πολύ σοβαρές αμφιβολίες· γιατί πιστεύω ότι όσο υπάρχουν «Αρχές» θα υπάρχει και η «αντίσταση» εναντίον τους και θα τιμωρούνται πάντοτε κάποιοι, ακόμα και με κατασκευασμένες κατηγορίες. Μήπως αυτό δεν απέδειξε η Ιστορία των «Επαναστάσεων»;

Advertisements