Η «νομιμότητα» της Χρυσής Αυγής

Πάει αρκετός καιρός που ακούω τις δίκαιες (με την κοινωνική έννοια του όρου) διαμαρτυρίες κάποιων συντρόφων, που, εξοργισμένοι απ’ αυτό το χρυσαυγίτικο νεοναζιστικό μόρφωμα και τις εγκληματικές του πρακτικές, καταλήγουν σ’ ένα αίτημα: να κηρυχθεί η Χρυσή Αυγή παράνομη. Από ποιον; Φυσικά, από τα αστικά (με την πολιτική σημασία του όρου) δικαστήρια, από την δικαιοσύνη της άρχουσας τάξης, της τάξης που ανάγει μέσω των εκπροσώπων της σε «Δίκαιο» τα ταξικά της συμφέροντα — αν και αυτά δε λέγονται ρητά τις περισσότερες φορές, μάλλον γιατί θεωρούνται, τουλάχιστον από τους πραγματικούς αριστερούς, αυτονόητα. (Οι άλλοι, σαν κι αυτούς, για παράδειγμα, που αυτοαποκαλούνται «υπεύθυνοι» ή «δημοκρατικοί αριστεροί» και συγκυβερνούν αυτή την εποχή τη χώρα, δεν έχουν κανένα ουσιαστικό πρόβλημα με την αστική νομοθεσία και την αστική δικαιοσύνη, γιατί γι’ αυτούς κάτι τέτοιοι ταξικοί προσδιορισμοί ανήκουν στη σφαίρα της ανεύθυνης αριστερής φαντασίας.)
Το ίδιο αίτημα, αλλά καθόλου για τους ίδιους λόγους, ακούγεται κατά καιρούς κι από κάποιους θεσμικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης. Διαβάζω, για παράδειγμα, στο Βήμα (20.7.2012) τη δήλωση του δημάρχου Μπουτάρη ότι «η Χρυσή Αυγή είναι ναζιστικό κόμμα που πρέπει κάποια στιγμή να κηρυχθεί παράνομο…». Ο Επίτροπος, όμως, Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης Νιλς Μούιζνιεκς, μοιάζει να υπεκφεύγει, όταν γίνεται λόγος για το αίτημα να κηρυχθεί παράνομη η Χρυσή Αυγή. Παρότι, όπως δηλώνει στην αυστραλιανή εφημερίδα Νέος Κόσμος (19.7.2012), «πέφτουν βροχή οι καταγγελίες» στο γραφείο του «για ξυλοδαρμό μεταναστών και για απειλές κατά δημοσιογράφων από μέλη της Χρυσής Αυγής», τις οποίες θεωρεί τεκμηριωμένες, όπως και τις πληροφορίες για το ρόλο της Ελληνικής Αστυνομίας («Έχουμε λάβει πληροφορίες ότι η Ελληνική Αστυνομία δεν κάνει σωστά τη δουλειά της όσον αφορά τα ρατσιστικά εγκλήματα (…) Πρέπει να ερευνηθούν εξονυχιστικά τυχόν διασυνδέσεις της Χρυσής Αυγής με αστυνομικούς, όπως επίσης και ο τρόπος αντιμετώπισης της ρατσιστικής βίας από την Αστυνομία»), στο κρίσιμο ζήτημα για την απαγόρευση του κόμματος της Χρυσής Αυγής, δηλώνει ότι «Η ελληνική νομοθεσία δεν προβλέπει με σαφήνεια την πιθανότητα απαγόρευσης ενός κόμματος» και προτείνει να αναλάβει η Παιδεία την επίλυση του προβλήματος.
Ενώ με τους πραγματικούς αριστερούς με συνδέει μια ταυτότητα επιθυμίας, να δούμε κάποτε να εξαφανίζονται από την κοινωνική πραγματικότητα τα κάθε είδους νεοναζιστικά ζόμπι, επί του πρακτέου αναφαίνονται μεταξύ μας κάποιες θεωρητικές εντάσεις και ο διάλογος αναστέλλεται μέχρι νεωτέρας επικοινωνίας. Έτσι, όταν πριν από λίγες ημέρες, ο George Kant (www.georgekant.com), που με συνδέουν μαζί του οι σημαντικότερες ίσως ανθρώπινες σχέσεις, μου έστειλε ένα μήνυμα μαζί με το κείμενο ενός δικηγόρου, που υποστήριζε τη νομική ―τι άλλο;— δυνατότητα να κηρυχθεί η Χρυσή Αυγή παράνομη οργάνωση, διατύπωσα πολύ συνοπτικά και πρόχειρα κάποιες αμφιβολίες μου, που κατέληγαν στο εξής: «Η Χρυσή Αυγή, όπως έχουμε δει τόσες φορές, συνεργάζεται με τα ΜΑΤ εναντίον των διαδηλωτών, των “εχθρών” του κράτους. Πώς, λοιπόν, το ελληνικό κράτος θα θέσει “εκτός νόμου” τις οργανώσεις που αγωνίζονται για την προστασία του εναντίον εκείνων που προσπαθούν να το ανατρέψουν;» Κι εκείνος, με το πάντοτε σπινθηροβόλο πνεύμα του, μου έστειλε μια εξίσου συνοπτική απάντηση: «Μα άλλο το νομικό πλαίσιο και άλλο το σαπισμένο ρεαλιστικό πλαίσιο. Νομικά είναι αστείο να μιλάμε για Δημοκρατία που εσωκλείει το αντίθετό της. Είναι σαν ένας νόμος να αυτοαναιρείται, γι’ αυτό και είναι νομικά δυνατό το να απαγορευτεί κάποιο κόμμα όπως η χρυσή αυγή. Αυτό που αναφέρεις είναι άλλο θέμα. Συνεργάζονται, χάρηκα, σιγά μην τους θέλουν εκτός. Αλλά από εκεί και πέρα η Δημοκρατία μάλλον και σαν έννοια θυμίζει αστείο και αυτοαναιρείται. Να έχουν λόγο όλοι. Αν έχουν πράξη και λόγο όσοι αφαιρούν την ζωή των άλλων τι είναι αυτό; Ίσως λοιπόν ένα ενδιαφέρον άρθρο θα ήταν το πόσο μεγάλο αστείο και μαλακία είναι η δημοκρατία και επίσης και το σύνταγμα που όλοι υπερασπίζονται αγνοώντας τις αντιφάσεις. Όπως και με την πετυχημένη βίβλο».
Δεν του απάντησα. Ίσως γιατί είμαστε κι οι δυο —ιδιαίτερα εκείνος— τόσο μπλεγμένοι με κάποια άλλα θέματα που μας βασανίζουν αυτή την εποχή, ώστε δεν είχα διάθεση εκείνη τη στιγμή ν’ ασχοληθώ περισσότερο μ’ αυτά τα ανθρωποειδή. Κράτησα, όμως, στη σκέψη μου την προβληματική του και ιδιαίτερα τη θέση του που υποστηρίζει ότι «Νομικά είναι αστείο να μιλάμε για Δημοκρατία που εσωκλείει το αντίθετό της. Είναι σαν ένας νόμος να αυτοαναιρείται, γι’ αυτό και είναι νομικά δυνατό το να απαγορευτεί κάποιο κόμμα όπως η χρυσή αυγή». Ίσως να έχει δίκιο, αν και η Ιστορία της «Δημοκρατίας» και οι επί των νεοναζιστικών οργανώσεων αποφάσεις της αστικής «δικαιοσύνης» παγκοσμίως έχουν μάλλον αποδείξει το αντίθετο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ανήκουν και κάποιες υποθέσεις που απασχόλησαν τη γερμανική δικαιοσύνη και αφορούσαν κάποιες νεοναζιστικές οργανώσεις και τους ηγέτες της. Κι αν αναφέρομαι στη γερμανική «δημοκρατία» και στη δικαιοσύνη της, είναι επειδή η νομική της θεωρία και σκέψη κατέχει από τον προηγούμενο αιώνα κι ακόμα παλαιότερα πρωτεύουσα θέση στην νομοθεσία μας και στην δικαιοδοτική προβληματική των ελλήνων δικαστών και των εν γένει  νομικών της άρχουσας τάξης μας.
Κάποιοι χρυσαυγίτες —συγγνώμη λάθος!―, κάποιοι νεοναζί της δυτικογερμανικής Δημοκρατίας, στους οποίους ανήκε και η Ομάδα Στρατιωτικής Άσκησης Χόφμαν (WehrsportgruppeHoffman), διέπραξαν στις 26 Σεπτεμβρίου 1980 ένα μαζικό έγκλημα στο Μόναχο, για το οποίο έχω γράψει σε προηγούμενο άρθρο. Μια βόμβα που είχαν τοποθετήσει στο κέντρο της περιοχής που διεξαγόταν η διάσημη γιορτή της μπίρας Οκτόμπερφεστ εξερράγη και άφησε πίσω της 13 νεκρούς και 213 βαριά τραυματισμένους. Τελικά, οι έρευνες οδήγησαν στην σύλληψη ενός επικεφαλής νεοναζιστή, του Χάιντς Λέμπκε, ο οποίος «εκπαίδευε άτομα στη χρήση εκρηκτικών μηχανισμών και εκρηκτικής ύλης» και προμήθευε τις νεοναζιστικές ομάδες με το αναγκαίο υλικό για τις τρομοκρατικές επιχειρήσεις τους, όπως συνέβη και στην περίπτωση της σφαγής του Μονάχου. Στις 26 Οκτωβρίου 1981 αποκαλύφθηκε μια σειρά 33 υπόγειων κρυπτών που διέθετε ο Λέμπκε, στις οποίες είχε αποθηκευμένο ένα τεράστιο στρατιωτικό υλικό: «αυτόματα, εξοπλισμό χημικού πολέμου, περίπου 14.000 σφαίρες, 50 αντιαρματικά όπλα, 156 κιλά εκρηκτικών, 230 εκρηκτικούς μηχανισμούς και 258 χειροβομβίδες» (Daniele Ganser, Οι μυστικοί στρατοί του ΝΑΤΟ, σ. 289). Ο Λέμπκε, όπως ανάλογα συνέβη και με κάποιους της ελληνικής νεοναζιστικής αγέλης, διετέλεσε αρχηγός της ακροδεξιάς Πατριωτικής Ένωσης Νέων και δημιουργός συνθημάτων σαν το «Κρεμάλα στον Γερμανό που σκέφτεται σαν Εβραίος». [Ελπίζω να μη διαβάσει αυτό το άρθρο κανείς ελλην-άριος και προσαρμόσει το σύνθημα του Λέμπκε σε «Μαχαίρωμα στον Έλληνα που σκέφτεται σαν Αφγανός».]  Αυτό, όμως, που έχει σημασία για το σημερινό θέμα δεν είναι αυτά τα στοιχεία που παραθέτω για το τρομοκρατικό έγκλημα του Μονάχου και για τον εξοπλισμό των γερμανών νεοναζί, όσο η αντιμετώπιση του Λέμπκε και της σφαγής από την γερμανική κυβέρνηση και τη γερμανική δικαιοσύνη.
«Στις 25 Νοεμβρίου 1981», γράφει ο Daniele Ganser (ό.π.,σ.291), «η δρ Χέρτα Ντόιμπλερ-Γκμέλιν του ΣΚΓ [Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας] ρώτησε την κυβέρνηση ενώπιον της γερμανικής βουλής: “Μπορείτε να μας πείτε αν μετά την αποκάλυψη των κρυπτών με τα όπλα και τη σύλληψη του κυρίου Λέμπκε προέκυψε μια νέα θεώρηση των γεγονότων… για τη σφαγή στο Μόναχο;”. Η ερώτηση ήταν καλή, η απάντηση όμως ανεπιτυχής. Ο υπουργός Εξωτερικών Φον Σέλερ αποκρίθηκε: “Δεν υπάρχει σχέση” (Πρακτικά του γερμανικού κοινοβουλίου, 66η σύνοδος, Βόννη, 25.11.1981). Οι ανακριτές ισχυρίστηκαν στην τελική τους έκθεση ότι “δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να δείχνουν ότι ο Χάιντς Λέμπκε ήθελε να διαταράξει τη συνταγματική τάξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μέσω βομβιστικών επιθέσεων και ανθρωποκτονιών”. [Μήπως βλέπετε εσείς να θέλουν οι Έλληνες νεοναζιστές να διαταράξουν τη συνταγματική τάξη της Ελληνικής Δημοκρατίας, με άλλα λόγια το ελληνικό αστικό σύστημα, μέσω των πογκρόμ και των μαχαιρωμάτων κατά μεταναστών;] Η τελική έκθεση έφτανε μόνο μέχρι το σημείο να αποδεχτεί ότι, κατά πάσα πιθανότητα, ο Λέμπκε φοβόταν το ενδεχόμενο εισβολής από τα ανατολικά, ήθελε να διεξάγει “ανταρτοπόλεμο” και “ο ίδιος είχε συλλέξει και θάψει τον εξοπλισμό μάχης που ανακαλύφθηκε, για να μπορέσει να φέρει εις πέρας επιχειρήσεις αντίστασης σε περίπτωση  εισβολής, την οποία και φοβόταν”. [Σε κάποια από τις έγκριτες αστικές μας εφημερίδες διάβασα ότι οι χρυσαυγίτες μας ζήτησαν άδεια για ένα ολόκληρο οπλοστάσιο. Μήπως δεν υπάρχει διαρκώς «το ενδεχόμενο εισβολής από τα ανατολικά», δηλαδή ο κίνδυνος εισβολής  των Τούρκων; Ποιοι θα τους αντισταθούν, οι μετανάστες;] Το δικαστήριο, με μια ετυμηγορία που κατέπληξε πολλούς αποφάνθηκε ότι “η δράση του Λέμπκε δεν αποτελούσε τόσο μεγάλο κίνδυνο, όπως φοβηθήκαμε στην αρχή. Γιατί οι προσπάθειές του δεν στρέφονταν κατά της παρούσας τάξης της χώρας”» (D.Ganser, ό.π., 292). [Μήπως κινδυνεύουν οι καπιταλιστές μας και το σύστημά τους από τη δράση της Χρυσής Αυγής; Θυμηθείτε τον Χίτλερ, το ναζιστικό του κόμμα και τη συνεργασία τους με τους γερμανούς καπιταλιστές, γιατί την ίδια μέθοδο προσπαθούν να εφαρμόσουν οι δικοί μας, προσαρμοσμένη κατάλληλα στις ελληνικές συνθήκες!]
Ας κάνουμε, όμως, κάποια νομική διάκριση. Πολλοί εμπλέκουν δύο… «διαφορετικά πρόσωπα»: το «νομικό» πρόσωπο (που είναι το κόμμα «Χρυσή Αυγή») με τα «φυσικά» πρόσωπα που είναι στελέχη και μέλη της. Αν, ας πούμε, κάποιοι χρυσαυγίτες διαπράξουν φόνους, μαχαιρώματα, επιθέσεις κλπ. εναντίον μεταναστών και συλληφθούν, θα πει ο χιτλερίσκος μας (ήδη το έχει πει) ότι αυτό  αφορά την εγκληματική συμπεριφορά αυτών των «ατόμων» και δεν έχει σχέση με την πολιτική της «Χρυσής Αυγής», που «δεν της αρέσουν αυτά τα πράγματα». Ξέρουν καλά την παραπάνω διάκριση των «προσώπων» ο πακιστανόχρωμος αρχηγίσκος της και οι αυλικοί του. Γι’ αυτό, όταν κάποιο στέλεχός τους συλλαμβάνεται για βιαιοπραγία ή για φόνο, σαν εκείνον τον υποψήφιο βουλευτή και περιφερειάρχη, κι αρχίζουν οι κατηγορίες εναντίον της Χρυσής Αυγής, ο αρχηγός της προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, ισχυριζόμενος ότι «κι άλλοι, από τα άλλα κόμματα, έχουν συλληφθεί για εγκλήματα. Φταίει γι’ αυτό το κόμμα τους;» Γι’ αυτό μην την κατηγορείτε την καημένη τη «Χρυσή Αυγή», αυτή την αγαθοεργό και φιλάνθρωπο ελληνοχριστιανική οργάνωση, που αγωνίζεται και υπερασπίζεται τους φτωχούς Έλληνες, τους μοιράζει τρόφιμα με ελληνικά προϊόντα, συνοδεύει γριούλες ανήμπορες να περάσουν στα απέναντι πεζοδρόμια και προστατεύει συνταξιούχους από τις εγκληματικές ορέξεις των μεταναστών. Κι αν πιάσουμε τα μεγάλα θέματα, μήπως δεν είναι ένα κόμμα που αγωνίζεται «διά την δόξαν της Ελλάδος και του ελληνικού έθνους»; Μήπως δεν υπερασπίζεται το ισχύον καπιταλιστικόν σύστημα και την ελευθέραν οικονομίαν του; Μήπως δεν φωνασκεί διαρκώς υπέρ του στρατού και της αστυνομίας, την οποίαν συνδράμει αιματηρώς πλειστάκις εις το έργον της; Μήπως δεν μισεί τους αιωνίους εχθρούς μας, τους Τούρκους; Μήπως δεν είναι η οργάνωση που, αν αποκαλυφθεί τυχόν ότι διαθέτει μυστικά οπλοστάσια όπως ο Λέμπκε και οι γερμανικές νεοναζιστικές οργανώσεις, θα απαλλαγεί σαν αθώα περιστερά, ισχυριζόμενη ότι «εξοπλίσθη διά να πολεμήσει τους εξ ανατολών εισβολέας ή τους στασιαστάς αναρχοκομμουνιστάς, ιδιαιτέρως αυτούς, τασσομένη παρά τω στρατεύματι»; [Αλήθεια, ας διερευνήσει κανείς λίγο το θέμα των οργανώσεων των αποστράτων και των εφέδρων, ιδιαιτέρως εκείνων των ειδικών δυνάμεων.]
Έχω την υποψία ότι κάπως έτσι θα κριθεί η Χρυσή Αυγή από την ελληνική δικαιοσύνη, αν συμβεί να τεθεί ποτέ το θέμα ενώπιον της. Και το πιθανότερο, κάπως έτσι θα κριθεί και ο όποιος φιρερίσκος της, αν πιαστεί σαν τον Λέμπκε για δράση παρόμοια μ’ εκείνη του γερμανού νεοναζί. Και, φυσικά, αν τυχόν καταδικαστεί κάνας τέτοιος, αυτό δε σημαίνει ότι θα καταδικαστεί μαζί του και θα τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή. Ακόμα κι αν τεκμηριωθεί ότι πρόκειται για μια εγκληματική τρομοκρατική συμμορία που οι γραβατοφορεμένοι νεονονοί της ηγεσίας της σχεδιάζουν τις επιθέσεις και τα μαχαιρώματα, για να τα εκτελέσουν στη συνέχεια οι ανεγκέφαλες ομάδες των αυτουργών φονιάδων της.  Άλλωστε, δε βλέπω να συμφέρει τα αστικά ρετιρέ να χαθούν τα υπόγεια των νεοναζιστικών καθαρμάτων της πολυκατοικίας τους. Το πολύ ν’ αλλάξουν όνομα στην οργάνωση, για να συνεχίσει το ελληνοχριστιανικό της έργο.

Advertisements