Οι Άγιοι και οι Τραπεζοκόμοι

Ας εξηγηθώ απ’ την αρχή, για να μην παρεξηγηθώ στη συνέχεια: Όταν μιλώ για «Αγίους», δεν αναφέρομαι μονάχα σ’ εκείνα τα εξαϋλωμένα πλάσματα της χριστιανικής φαντασίας που αναγορεύτηκαν από τα εκκλησιαστικά Ιερατεία σε Θαυματουργούς, αλλά γενικότερα στους επί της γης εκπροσώπους του Θεού και της Εκκλησίας, που φροντίζουν ακαταπαύστως για τον πλουτισμό της, πτωχεύοντας έτι περαιτέρω τους ήδη πτωχούς τω χρήματι και τω πνεύματι. Όσον αφορά τους «Τραπεζοκόμους», χρησιμοποιώ τον όρο με την κοινωνικοοικονομική του σημασία, αναφερόμενος σ’ εκείνους που φροντίζουν με κάθε τρόπο να μεταφέρουν («κομίσουν») στα θησαυροφυλάκια των Τραπεζών, όσο πλούτο μπορέσουν να αποκομίσουν ξεζουμίζοντας γενικώς τους ανθρώπους. Θεωρώ, όμως, αυτονόητο τον αδελφικό χαρακτήρα των δύο επαγγελμάτων, ειδικότερα στα πλαίσια της Οικονομίας της Εκκλησίας και της Θρησκείας των Τραπεζών, δεδομένου ότι επέτυχαν δύο μέγιστα Θαύματα: η μεν Εκκλησία διά των Αγίων απέκτησε αμύθητα πλούτη πουλώντας κοπανιστό αέρα έναντι χρυσού (βλέπε επίσης και πρόσφατο θαύμα Αγίου Εφραίμ), οι δε Τράπεζες δια των Τραπεζοκόμων κατόρθωσαν να γκαστρώσουν το χρήμα και να γεννηθεί απ’ αυτό χρήμα (βλ. τίκτω, τόκος). Τηρουμένων των αναλογιών κάπως έτσι γεννήθηκε κι ο Χριστός άνευ διακορεύσεως της μητρός του, η οποία, ως εκ τούτου του θαύματος και ως διεπιστώθη υπό των Αγίων, παρέμεινε μετά την συνεύρεση με τον Κρίνο και μετά την γέννηση του Υιού του Θεού «Παρθένος».
Στα πλαίσια, λοιπόν, των αδελφικών σχέσεων της Εκκλησιαστικής με την Πολιτική Εξουσία, δημοσιεύτηκε αυτές τις ημέρες (2.2.2012) στο Ιερόν Blog της Αρχιεπισκοπής Αθηνών μία επιστολή, την οποία απέστειλε ο βαθύτατα τεθλιμμένος υπηρέτης του Θεού Άγιος Ιερώνυμος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, προς τον «Εξοχώτατον» (όπως τον  αποκαλεί με τον τίτλο αυτό των Ρωμαίων αξιωματούχων) Παπαδήμ[ι]ον τον Τραπεζοκόμον, όστις ως Πρωθυπουργός Αθηνών και πάσης Ελλάδος επιτελεί με την συνέργειαν των μελών και κομμάτων της κυβερνήσεώς του το έργον του εκπροσώπου και υπηρέτη των Τραπεζικών συμφερόντων και της Τρόικος. Με την επίσημον επιστολήν του, ο Άγιος εκφράζει προς τον Τραπεζοκόμον αφενός τον βαθύτατον χριστιανικόν του πόνον δι’ όσα περιγράφει και αφετέρου κρούει τον κώδωνα κινδύνου της κοινωνικής αναφλέξεως: «Το φαινόμενο των αστέγων, αλλά και των πεινασμένων», γράφει μεταξύ άλλων ο Άγιος, « – φαινόμενο κατοχικών εποχών – παίρνει εφιαλτικές διαστάσεις. Οι άνεργοι αυξάνονται κατά χιλιάδες μέρα με τη μέρα. Το ίδιο και τα λουκέτα μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Τα νέα παιδιά, τα καλύτερα μυαλά του Τόπου, παίρνουν τον δρόμο της μετανάστευσης. Οι πατεράδες μας δεν μπορούν να ζήσουν, μετά τις δραματικές περικοπές των συντάξεών τους. Οικογενειάρχες και ιδίως οι πιο φτωχοί, οι πολύτεκνοι, οι μεροκαματιάρηδες, βρίσκονται σε απόγνωση, μετά τις αλλεπάλληλες περικοπές των μισθών τους και τους αβάσταχτους νέους φόρους. Η πρωτόγνωρη καρτερία των Ελλήνων εξαντλείται, η οργή παραμερίζει τον φόβο και ο κίνδυνος κοινωνικής ανάφλεξης δεν μπορεί να αγνοείται πια, ούτε από εκείνους που διατάσσουν, ούτε από εκείνους που εκτελούν τις φονικές συνταγές τους.»
Και συνεκινήθη σφόδρα ο Τραπεζοκόμος, ήτοι ο μεταφέρων εις μορφήν κέρδους τας στέγας και τας τροφάς του λαού εις τα θησαυροφυλάκια και τας αποθήκας των Τραπεζών, και έκλαυσεν ομού μετά της ελληνικής συγκυβερνώσης Τρόικος. Και μαζί τους επλήσθησαν δακρύων τα Κολωνάκια, αι Εκάλαι, αι Κηφισίαι και όλαι αι χριστιανικαί και φιλάνθρωποι περιοχαί, όπου διαβιώσι μακαρίως αι τραπεζιτικαί, βιομηχανικαί, εφοπλιστικαί και λοιπαί άρχουσαι ολιγαρχίαι και ευγενείς αγέλαι μετά των οικογενειών των και των πολιτικών και λοιπών αυλικών τους. Διότι ηγνόουν προ της αποστολής και της δημοσιεύσεως της επιστολής του Αγίου το κακόν που είχεν προκληθεί εις τα λαϊκά πλήθη. Και εγένετο μέγας οδυρμός και ετρομοκρατήθησαν άπαντες τούτοι σκεπτόμενοι και λέγοντες: «Λες να ξεσηκωθεί ο λαός και να μας πάρει όλους ο Διάολος;»
Τούτο ακριβώς βασανίζει και τον Μακαριώτατο Ιερώνυμο, όπως βασάνιζε πολλούς Αγίους από την εποχή του Αποστόλου Παύλου, του Επιστολογράφου, μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό κήρυτταν και έγραφαν κείμενα σαν το ακόλουθο του Παύλου, το οποίο επέχει θέση Πολιτικού Μανιφέστου της Εκκλησίας και καθορίζει μια για πάντα τη θέση της απέναντι σε κάθε «κοσμική» Εξουσία: «1.Kάθε ψυχή να υποτάσσεται στις υπέρτερες εξουσίες· γιατί δεν υπάρχει εξουσία που να μην προέρχεται απ’ το Θεό· κι οι εξουσίες που υπάρχουν έχουν θεσμοθετηθεί απ’ το Θεό. 2. Έτσι, αυτός που εναντιώνεται στην [εγκόσμια] εξουσία, είναι ενάντιος στην τάξη του Θεού· και όσοι αντισταθούν, θα διαπράξουν αμαρτία. 3. Γιατί οι άρχοντες δεν είναι φόβος των καλών έργων, αλλά των κακών. Θέλεις να μη φοβάσαι την εξουσία; Κάνε το καλό και θα δεχτείς έπαινο απ’ αυτήν. 4. Γιατί [η εξουσία] είναι υπηρέτης του Θεού για το δικό σου καλό [Κάτι μου θυμίζει αυτό]. Εάν, όμως, κάνεις το κακό, να φοβάσαι· γιατί δεν φορά άσκοπα το σπαθί· υπηρετεί την οργή του Θεού  και εκδικείται εναντίον εκείνου που πράττει το κακό. 5. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να υποτάσσεστε, όχι μόνο για να αποφύγετε την οργή, αλλά και για να έχετε ήσυχη τη συνείδησή σας. 6.  Γι’ αυτό λοιπόν πληρώνετε και φόρους· γιατί οι λειτουργοί [της εξουσίας] είναι του Θεού και αυτό ακριβώς περιμένουν.7. Να αποδίδετε στους πάντες αυτά που οφείλετε [τα δάνεια στις Τράπεζες, ας πούμε], το φόρο σε αυτόν που οφείλετε τον φόρο, το τέλος σε αυτόν που οφείλετε το τέλος [τα χαράτσια σε αυτόν που οφείλετε τα χαράτσια], τον φόβο σε αυτόν που οφείλετε τον φόβο [στους μπάτσους, ας πούμε], την τιμή σε αυτόν που οφείλετε την τιμή [στα σύμβολα της εξουσίας και στους φορείς της, ας πούμε.]» [Απόστολος Παύλος, Επιστολή προς Ρωμαίους, κεφ.13]
Ο Άγιος, λοιπόν, Ιερώνυμος τα γνωρίζει καλά όλα αυτά και φροντίζει να σέβεται και να τιμά την ελληνική πολιτική Εξουσία. Γι’ αυτό, όποιος διαβάσει την επιστολή του θα διαπιστώσει ότι γι’ αυτά τα τραγικά που περιγράφει μεταθέτει την ευθύνη κάπου αλλού, στους ξένους (και, ως γνωστόν, «ετερόδοξους») της Δύσης,  που δίνουν τις «φονικές συνταγές τους». [Προφανώς η επιστολή γράφτηκε και δημοσιεύτηκε, για να τη διαβάσουν οι … ελληνο-ορθόδοξοι και να αθωώσουν την αρεστή στο Θεό των Ελλήνων πολιτική μας Εξουσία.] Περαιτέρω, οι Άγιοι ασκούν κριτική, και διαδηλώνουν μάλιστα, μόνον όταν πρόκειται για τίποτε αναγραφές θρησκεύματος στις ταυτότητες ή όταν κινδυνεύει η περιουσία της Εκκλησίας. Κατά τ’ άλλα δε θέτουν ούτε καν ένα  ερώτημα για τις αιτίες της σημερινής εξαθλίωσης και για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και των Τραπεζών, γιατί εκτός του ότι αυτά αφορούν την οικονομική και την πολιτική Εξουσία, οι οποίες έχουν θεσμοθετηθεί απ’ το Θεό, όπως λέει το παραπάνω εκκλησιαστικό Πολιτικό Μανιφέστο (για δούλους), οι Άγιοι φοβούνται επίσης μην τους χαρακτηρίσουν… κομμουνιστές, όπως συνέβη με τον αρχιεπίσκοπο Hélder Pessoa Câmara, που έγραψε κάποτε: «Όταν δίνω τροφή στους φτωχούς, με λένε άγιο. Αλλά, όταν ρωτώ γιατί υπάρχουν φτωχοί, με λένε κομμουνιστή». Φυσικά, τόσα ήξερε τόσα έλεγε, για να μην πούμε τίποτε χειρότερο. Γιατί «κομμουνιστής» δεν είναι αυτός που ρωτάει απλώς και αφελέστατα «γιατί υπάρχουν οι φτωχοί», αλλά αυτός που αγωνίζεται για την εξάλειψη της φτώχειας και κάθε Εξουσίας που την χρειάζεται και την επιβάλλει. Με άλλα λόγια, … για να πάρει ο Διάολος όλους αυτούς που προκαλούν με τα συμφέροντά τους την τραγωδία που περιγράφει ο Άγιος Ιερώνυμος στην επιστολή του, ώστε να μη χρειάζεται καθόλου η συμπόνια των Αγίων και της Εκκλησίας τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, και αφού θα εξαφανιστούν οι Τραπεζίτες και οι Τραπεζοκόμοι τους, δεν ξέρω ποιους θα βρουν οι Άγιοι για να στέλνουν τις πονεμένες τους επιστολές. Ίσως να αποφασίσουν να κόψουν τα… θαύματα, διαμαρτυρόμενοι για τη μεγάλη αμαρτία της ανατροπής της Εξουσίας και της εξαφάνισης των φτωχών. Πιστεύω πάντως ότι η εξαφάνιση της κάθε ιδεολογικής μαλάκυνσης επέρχεται αργότερα από την εξάλειψη της υλικής της αιτίας. Είναι βέβαιο, όμως, ότι πολλοί Άγιοι και Τραπεζοκόμοι θα την πάρουν μαζί τους στον τάφο.

Advertisements