Οι «αριστεροί» πίθηκοι

Παρακολουθώ από πέρσι την τύχη της πρότασης νόμου που έχει υποβάλει το Κ.Κ.Ε για την κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης και τη μείωση των βουλευτικών αποδοχών. Πιο συγκεκριμένα, στις 3 Μαΐου του 2010, το Κ.Κ.Ε πρότεινε «να καταργηθεί η βουλευτική σύνταξη και ο χρόνος βουλευτικής θητείας να λογίζεται χρόνος πραγματικής ασφάλισης στον ασφαλιστικό φορέα που ήταν ασφαλισμένος ο κάθε βουλευτής πριν την εκλογή του. Ως προς το ύψος της σύνταξης, τα όρια συνταξιοδότησης καθώς και τις λοιπές διατάξεις», ζήτησε «να ισχύουν οι κοινές διατάξεις…» και υποστήριξε «την κατάργηση της αποζημίωσης των βουλευτών για τη συμμετοχή τους σε συνεδριάσεις των κοινοβουλευτικών επιτροπών, ή σε άλλες δραστηριότητες του Κοινοβουλίου».
Το θέμα επανήλθε πριν λίγες ημέρες στη δημοσιότητα, όταν αποκαλύφθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο ότι περίπου 800 συνταξιούχοι βουλευτές διεκδικούν αναδρομικά δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Κι εκεί που τα αστικά Μ.Μ.Ε πήγαιναν να καλύψουν το γεγονός εντέχνως, αποκαλύφθηκε από την Καθημερινή (8/5/2011) ένα δεύτερο: «284 αγωγές για αύξηση βουλευτικών μισθών. (…) Σύμφωνα με πληροφορίες, (…) ενώπιον της Δικαιοσύνης εκκρεμούν 284 αγωγές μέσω των οποίων ζητούνται αυξήσεις στους βουλευτικούς μισθούς ανάλογες προς το δικαστικό μισθολόγιο».
Αυτές οι αποκαλύψεις δε μου προκάλεσαν καμιά έκπληξη, γιατί δεν τρέφω καμιά εκτίμηση για τα αστικά κοινοβούλια και τους επαγγελματίες βουλευτές των αστικών κομμάτων. Μια απορία μόνο μου γεννήθηκε για κάποιους που αυτοαποκαλούνται «αριστεροί» και επικαλούνται την μαρξιστική ιδεολογία, ενώ πλείστα όσα γεγονότα έχουν αποκαλύψει τις αστικές προδιαγραφές με τις οποίες πολιτεύονται. Εν ολίγοις πρόκειται για μαϊμού αριστερούς. Γι’ αυτό ούτε πρότειναν επί του θέματος των βουλευτικών μισθών και συντάξεων τίποτε, ούτε αντιπαρατέθηκαν επισήμως προς την πρόταση νόμου του Κ.Κ.Ε, ώστε να μάθει και η εργατική τάξη τι πρεσβεύουν. Αυτή η στάση τους μας δίνει νομίζω το δικαίωμα να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για εκδοχή αστών πολιτικών, δεδομένου ότι την ίδια ακριβώς στάση κράτησαν και οι γνήσιοι αστοί βουλευτές, που δεν έχουν καμιά ανάγκη να πιθηκίζουν παριστάνοντας τους αριστερούς.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα θυμήθηκα την Παρισινή Κομμούνα του 1871 και κάποιους θεσμούς της:
«Η Κομμούνα σχηματιζόταν από τους δημοτικούς συμβούλους που είχαν εκλεγεί με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Ήταν υπεύθυνοι και μπορούσαν να ανακληθούν σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Η πλειοψηφία τους αποτελούνταν φυσικά από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης. Η Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι ένα κοινοβουλευτικό αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα. Η αστυνομία, που ως τότε ήταν το όργανο της κεντρικής κυβέρνησης, απογυμνώθηκε αμέσως από όλες τις πολιτικές της ιδιότητες και μετατράπηκε σε υπεύθυνο όργανο της Κομμούνας, που μπορούσε να ανακληθεί σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Το ίδιο έγινε και με τους δημόσιους υπαλλήλους σ’ όλους τους κλάδους της διοίκησης. Από τα μέλη της Κομμούνας ως τους κατώτερους υπαλλήλους η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να αμείβεται με εργατικούς μισθούς. Όλα τα αποχτημένα δικαιώματα και οι επιχορηγήσεις για έξοδα παραστάσεως στους ανώτερους αξιωματούχους του κράτους καταργήθηκαν μαζί με τους ίδιους τους αξιωματούχους. Όχι μόνο η διοίκηση του δήμου, μα και όλα τα καθήκοντα που ως τότε εξασκούσε το κράτος, πέρασαν στα χέρια της Κομμούνας».  (Μαρξ, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ ΔΙΑΛΕΧΤΑ ΕΡΓΑ, τόμος 1ος, ά.χ., έκδ. Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε, σελ. 620-621)
Φυσικά, όλα αυτά και όσα άλλα περιγράφονται στην μπροσούρα του Μαρξ με θαυμασμό για την Παρισινή Κομμούνα του 1971 και τους θεσμούς της απέχουν πολύ από την ιδεολογία των «αριστερών» μας, έγκλειστων στα πλαίσια του αστικού συστήματος εξουσίας και των θεσμών του. Γι’ αυτό κάποιοι σαν κι αυτούς κατηγόρησαν τότε τον Μαρξ για «αναρχισμό». Ίσως γιατί, όπως γράφει ο Ένγκελς στην εισαγωγή της μπροσούρας (ό.π. σελ. 572), «Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζονταν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, και σε μια μειοψηφία: μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν». Με τον ίδιο, όμως, θαυμασμό για την Κομμούνα εκφράστηκαν και ο Ένγκελς και ο Λένιν. Μάλιστα ο Λένιν (Κράτος και Επανάσταση, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 57), στο κεφ.3 που φέρει το χαρακτηριστικό τίτλο «Η κατάργηση του Κοινοβουλευτισμού» προχωράει την κριτική του κατά του κοινοβουλευτισμού και των τότε «αριστερών» ακόμα παραπέρα. Στηριζόμενος στην κριτική του Μαρξ κατά του κοινοβουλευτισμού Αντί ν’ αποφασίζεται μια φορά κάθε τρία ή έξι χρόνια ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα εκπροσωπεί και θα τσαλαπατά (verund zertreten) το λαό στη Βουλή, αντί γι’ αυτό, το καθολικό εκλογικό δικαίωμα έπρεπε να χρησιμεύσει στον οργανωμένο σε κομμούνες λαό…»] έγραψε ο Λένιν:
«Αυτή η θαυμάσια κριτική του κοινοβουλευτισμού, που έγινε το 1871, εξαιτίας της κυριαρχίας του σοσιαλσοβινισμού και του οπορτουνισμού, συγκαταλέγεται επίσης σήμερα στα “ξεχασμένα λόγια” του μαρξισμού. Επαγγελματίες υπουργοί και βουλευτές, προδότες του προλεταριάτου και “επιχειρηματίες” σοσιαλιστές των ημερών μας παραχώρησαν την κριτική του κοινοβουλευτισμού ολοκληρωτικά στους αναρχικούς και πάνω σ’ αυτή τη βάση κήρυξαν “αναρχισμό” οποιαδήποτε κριτική του κοινοβουλευτισμού».
Και κάτι ακόμα από την μπροσούρα του Λένιν (σελ. 65-66):
«Ο Μαρξ συμφωνεί με τον Προυντόν στο ότι και οι δυο τους τάσσονται υπέρ της “συντριβής” της σύγχρονης κρατικής μηχανής. Αυτή την ομοφωνία του μαρξισμού με τον αναρχισμό (και με τον Προυντόν και με τον Μπακούνιν) δεν θέλουν να τη δουν ούτε οι οπορτουνιστές, ούτε οι καουτσκιστές, γιατί σ’ αυτό το σημείο απομακρύνθηκαν από το μαρξισμό».
Σκληρές αλήθειες για τους «αριστερούς» μας! Κι επειδή ξέρουν καλά ότι αν συντριβεί το αστικό κράτος και το κοινοβούλιό του, αυτοί θα χάσουν όχι μόνο τα προνόμια αλλά και το επάγγελμά τους, προτιμούν να μη λένε κουβέντα.

Advertisements